Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Η σελίδα 123

Οι δεσποινίδες Nathalie και Ονειροπαρμένη (κατά χρονολογική σειρά) είχαν την ευγενή καλοσύνη να μου απευθύνουν μια πρόσκληση σε ένα μπλογκοπαίχνιδο.
Ας παίξουμε, λοιπόν – αφού πρώτα μάθουμε τους κανόνες του παιχνιδιού:

1. Πάρε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα
2. Άνοιξέ το στη σελίδα 123 (αν διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο πλησιέστερο, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (δηλ. από τελεία σε τελεία) της σελίδας
4. Αντίγραψε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη)
5. Ζήτα από τέσσερις (ή πέντε ή όσους θες!) ανθρώπους να κάνουν το ίδιο

Το πλησιέστερο σε εμένα βιβλίο αυτή τη στιγμή είναι «Το Μενού των Φαντασμάτων», του Γιάννη Ξανθούλη (εκδόσεις Πατάκη, α΄ έκδοση Νοέμβριος 2004).
Γράφει, λοιπόν, ο Ξανθούλης στην έκτη, την έβδομη και την όγδοη περίοδο της 123ης σελίδας του βιβλίου του:

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιαματικό από ένα ταξίδι δεκαπέντε ωρών προς την Ορεστιάδα του Έβρου, ας πούμε, μέσα σε απόλυτη σιωπή. Δεν είναι τυχαίο που ταράζομαι απ’ τα τηλέφωνα, απ’ την μάστιγα της κινητής τηλεφωνίας κι απ’ τις σύγχρονες θεότητες της επικοινωνίας.
Τον καιρό όμως που έγραφα σε πρώτο πρόσωπο βιβλία, αυτά τα τερτίπια ήταν σχεδόν ανύπαρκτα».

Επειδή, όμως, συνήθως παραβιάζω τους κανόνες των παιχνιδιών στα οποία συμμετέχω (με αποτελέσματα από συναρπαστικά έως ολέθρια), έτσι και τώρα θα παραθέσω ΚΑΙ την ένατη περίοδο της ιδίας σελίδας (εντάξει, περνάει και στη 124), γιατί τη διάβασα και μ’ άρεσε:

«Και η Αθήνα ήταν όσο πρέπει σκοτεινή, συνωμοτική, ερωτική, φοβισμένη απ’ τον ευρωπαϊκό της ιό και αθεράπευτα ασύδοτη με πατριούς δημάρχους, αλλά και με δημόσια ουρητήρια ‘’οικογενειακού’’ χαρακτήρα».

Θα προσκαλέσω κι εγώ στο παραπάνω παιχνίδι τις παρακάτω μπλόγκερ:
Ηλιαχτίδα,
Exilio,
Κυβέλη,
Justelene

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Διακοπή για διαφημίσεις

Από την πρόσφατη διαφημιστική εκστρατεία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως.
Μερίκα από τα σλόγκαν που επελέγησαν από τον πρώην υπουργό Βύρωνα Πολύδωρα και αναμένουν έγκριση από τον νυν υπουργό Προκόπη Παυλόπουλο: "Κοιμήσου εσύ και η κάμερα δουλεύει". "Καλός πολίτης είναι ο πολίτης που κλείνεται στο σπίτι του". "Ψωνίζω άρα υπάρχω". "Μην παραπονιέσαι που σ' εκμεταλλεύονται στη δουλειά. Θα μπορούσες να ήσουν άνεργος και τότε ποιος θα σ' εκμεταλλευόταν;"!


Από την πρόσφατη διαφημιστική εκστρατεία του δήμου Αθηναίων, ο οποίος αντελήφθη ότι ο δημόσιος βίος είναι ένας απέραντος βόθρος και όλα στην Ελλάδα είναι σκατά! Έτσι, έχει την ευγενή καλοσύνη να μας εφοδιάσει με τον πρωτοποριακό συλλέκτη περιττωμάτων! Μια προσφορά του Mr. Nikitas!

,

Και ολίγη ποίηση, διά χειρός Καρόλου Μποντλέρ: "Τα Άνθη του κακού"...

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008

Cine-σθήματα #3

«Η άκρη του ουρανού» («Auf der anderen seite»), του Φατίχ Ακίν.
Γερμανία - Τουρκία, 2007

Προσοχή: Περιέχει «σπόιλερ»

Τι γίνεται όταν διασταυρώνονται και «διαπλέκονται» διαφορετικοί πολιτισμοί, κουλτούρες, γλώσσες, θρησκείες, ηθικές αρχές, αξίες, πολιτικά «πιστεύω» και «βαθέα» (ή ρηχά) κράτη;
Αναμφίβολα πολλά. Διότι οι «διαπλοκές» αυτές μπορεί να σε φτάσουν στα άκρα, να σε πάνε απ’ τη μια άκρη (του κόσμου) στην άλλη, ή απλά να σε κάνουν να φτάσεις ως την άκρη τ’ ουρανού…

Ο Τούρκος, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία, Φατίχ Ακίν, καταφέρνει μια χαρά να οδηγήσει τους ήρωές του σε όλα τα παραπάνω «ακραία» μονοπάτια, δημιουργώντας μια εξαιρετική ταινία (χωρίς να διεκδικεί ή να δρέπει δάφνες «αριστουργήματος της Έβδομης Τέχνης»).
Ο 35χρονός Ακίν (με μόλις 5 ταινίες μυθοπλασίας στο ενεργητικό του), θεωρείται ήδη απ’ αυτή την ηλικία ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους σκηνοθέτες – κι έχει κιόλας ολοκληρώσει την τριλογία του «Αγάπη, Θάνατος, Διάβολος» κατά τα… 2/3.
Μετά το «Μαζί Ποτέ» (Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου 2004), τώρα ήρθε η σειρά του δεύτερου μέρους της τριλογίας, με την εκπληκτική «Άκρη του Ουρανού» (Βραβείο Σεναρίου και Οικουμενικό Βραβείο Φεστιβάλ Καννών 2007, Βραβείο Lux Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και… Χρυσό Πορτοκάλι Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Αττάλειας Τουρκίας 2007). Μια ταινία αφιερωμένη στο θάνατο – μα διόλου πεισιθάνατη. Αντιθέτως, η δίψα για ζωή -ακόμη κι εκεί που φαινομενικά η ζωή έχει τελειώσει ή οδεύει προς το τέλος- ξεχειλίζει.
.
Ο Αλί (Τουνσέλ Κουρτίζ), χήρος, συνταξιούχος και με κλονισμένη υγεία, είναι… ένας Τούρκος στη Βρέμη. Περνάει τον καιρό του, ενθυμούμενος τα περασμένα μεγαλεία… ανδρείας της νιότης του, με τακτικές επισκέψεις στους οίκους ανοχής της γερμανικής πόλης. Κάποια μέρα πέφτει πάνω σε πόρνη «τεμέτερον», πατριωτάκι απ’ την Τουρκία – την Γέτερ (Νουρσέλ Κοσέ). Αποφασίζει να της ανοίξει την καρδιά του (κι εκείνη τα πόδια της!), αλλά και το σπίτι του. Της προτείνει να συζήσουν, υποσχόμενος να της δίνει κάθε μήνα όσα χρήματα βγάζει στο πορνείο. Εκείνη δέχεται, κάτι που δεν βλέπει με καλό μάτι ο γιος του Αλί, Νεζάτ (Μπακί Νταβράκ), καθηγητής Γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, ιδίως όταν πληροφορείται την… επαγγελματική της ιδιότητα.
Σύντομα, όμως, αλλάζει γνώμη, όταν μαθαίνει ότι η Γέτερ κάνει «ό,τι κάνει» για να σπουδάσει τη νεαρή κόρη της, που βρίσκεται στην Τουρκία, και με την οποία έχει να μιλήσει
πολύ καιρό, «για άγνωστη αιτία».
.
Ο Χάρος παίζει πρωταρχικό ρόλο στην ταινία (η οποία είναι χωρισμένη σε τρία μεγάλα «κεφάλαια» - τα δύο πρώτα «αφιερωμένα» στο θάνατο δύο εκ των πρωταγωνιστών της).
Αυτό γίνεται εμφανές από το πρώτο της πλάνο, όταν ο Νεζάτ, μπαίνοντας σ’ ένα βενζινάδικο, ρωτάει τον ιδιοκτήτη τι μουσική ακούγεται. «Είναι ο τάδε τραγουδιστής», λέει ο βενζινάς, «που πέθανε πέρυσι από καρκίνο. Ήταν νέος σαν κι εσένα». Κι αντί ο Νεζάτ ν’ απαντήσει κάτι σε στιλ «κουνήσου απ’ τη θέση σου», δέχεται στωικά τη «γρουσούζικη» απάντηση του βενζινά - σκηνή που λειτουργεί ως προοικονομία για το τι θα επακολουθήσει.
.
Το πρώτο «θύμα» είναι η Γέτερ, που χάνει τη ζωή της αναπάντεχα, κατά τη διάρκεια ενός καβγά με τον μεθυσμένο Αλί. Εκείνος, οδηγείται στις γερμανικές φυλακές. Εκείνη (δηλαδή η σορός της), πίσω στην Τουρκία. Το ίδιο και ο Νεζάτ, ο οποίος αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα για να βρει την Αϊτέν (Νουργκούλ Γιεσιλτσάι), την κόρη της Γέτερ. Κατά τη διάρκεια της κηδείας, μαθαίνει απ’ τους συγγενείς της ότι η νεαρή Αϊτέν έχει πολλούς μήνες να δώσει σημεία ζωής. Ο Νεζάτ αρχίζει να την ψάχνει σε όλη την Κωνσταντινούπολη, ώσπου πέφτει πάνω σ’ ένα γερμανικό βιβλιοπωλείο. Ο Γερμανός ιδιοκτήτης του ψάχνει να βρει αγοραστή για να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του. Και τον βρίσκει, στο πρόσωπο του Νεζάτ. Η… διεθνική διαπλοκή καλά κρατεί: Γερμανός υπήκοος βρίσκεται στην Τουρκία και ανοίγει γερμανικό βιβλιοπωλείο. Τούρκος υπήκοος βρίσκεται στη Γερμανία και διδάσκει Γερμανική Φιλολογία. Ο πρώτος θέλει να επιστρέψει στην πατρίδα του, το ίδιο και ο δεύτερος. Τα άτομα αυτά συναντώνται από το «πουθενά» και… ανταλλάζουν ζωές!

Όμως η μοίρα τα φέρνει ενίοτε αλλιώς. Η Αϊτέν δεν βρίσκεται πια στην Τουρκία, αλλά στη Γερμανία (!), όπου φυγαδεύτηκε από συντρόφους της για να γλιτώσει τη σύλληψη. Όπως πληροφορούμαστε λίγες σκηνές πριν, είναι μέλος παράνομης αριστερίστικης πολιτικής οργάνωσης, που πολεμά το τουρκικό κράτος (αξίζει εδώ ν’ αναφερθεί ότι η προσέγγιση των ελληνικών εφημερίδων στο θέμα ποικίλει ανάλογα με… την πολιτική τοποθέτηση του εντύπου ή, έστω, του κριτικού κινηματογράφου. Σε κάποιες η εν λόγω οργάνωση αποκαλείται «τρομοκρατική» και σε άλλες «επαναστατική»!). Σε μια πορεία διαμαρτυρίας, τα μέλη της οργάνωσης ξυλοκοπούν έναν αστυνομικό που είχε παρεισφρήσει στη συγκέντρωσή τους, το όπλο του οποίου καταλήγει στα χέρια της Αϊτέν. Η Αϊτέν, με τη σειρά της, καταλήγει στο Αμβούργο, όπου… εκδιώκεται από τους εκεί συντρόφους της «δι’ ασήμαντον αφορμήν» κι έτσι βρίσκεται άστεγη και άφραγκη σε μια ξένη χώρα.
.
Τότε, όμως, γνωρίζει τη νεαρή φοιτήτρια Ισπανικής και Αγγλικής Φιλολογίας, Λότε (Πατρίσια Ζιολκόβσκα) – και ανοίγει το δεύτερο κεφάλαιο θανάτου της ταινίας. Η Λότε την περιθάλπει, προσφέροντάς της κατάλυμα (αλλά και την... ερωτική της αγκαλιά) στο σπίτι της. Τη συμβίωσή των κοριτσιών απορρίπτει εξ’ αρχής η μητέρα της Λότε, Σουζάνε (αποκαλυπτική η ερμηνεία της Χάνα Σιγκούλα, άλλοτε «ιέρειας» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ), αλλά… σαν θέλει η νύφη και… η νύφη, τύφλα νά ‘χει η πεθερά! Στο τέλος, όμως, θα γίνει το δικό της, έστω και χωρίς τη δική της παρέμβαση. Σ’ έναν τυπικό αστυνομικό έλεγχο, η Αϊτέν εντοπίζεται από τις γερμανικές αρχές και προσάγεται στο αστυνομικό τμήμα. Αιτείται πολιτικού ασύλου και μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση μένει στους κοιτώνες των αιτούντων άσυλο. Παράλληλα, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τη μητέρα της (αγνοώντας ότι έχει πεθάνει και νομίζοντας ότι εργάζεται σε κατάστημα υποδημάτων, όπως της είχε πει παλιότερα).
.
Ένα χρόνο μετά, το γερμανικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση και η νεαρή πολιτική ακτιβίστρια απελαύνεται και καταλήγει στις φυλακές της Τουρκίας. Στην ίδια χώρα φτάνει και η Λότε, για να βοηθήσει τη φίλη της. Αυτή της η ενέργεια συναντά και πάλι την έντονη αποδοκιμασία της μητέρας της, η οποία δεν μπορεί να καταλάβει ότι η Λότε «βρήκε για πρώτη φορά νόημα στη ζωή της»… Η νεαρή Γερμανίδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον παραλογισμό και τη γραφειοκρατία της τουρκικής πολιτείας. Βρίσκει, όμως, κι έναν «σύμμαχο»: τον Νεζάτ (άλλο παιχνίδι της μοίρας: πού να ‘ξερε ότι η Αϊτέν είναι το κορίτσι που ψάχνει, δηλαδή η κόρη της Γέτερ). Επισκέπτεται το βιβλιοπωλείο του, αναζητώντας βιβλία για το τουρκικό σύστημα δικαιοσύνης και καταλήγει ενοικιάστρια δωματίου στο σπίτι του.
.
Μετά από καιρό -και αφού προηγουμένως η μητέρα της έχει άρει την ψυχολογική και οικονομική της υποστήριξη- καταφέρνει να επισκεφθεί την Αϊτέν στη φυλακή και αναλαμβάνει να βοηθήσει τις συντρόφους της σε μια «αποστολή» της οργάνωσης. Σε μέρος που της υπεδείχθη, βρίσκει το όπλο που είχε αποσπάσει η Αϊτέν από τον Τούρκο αστυνομικό, με σκοπό να το παραδώσει αργότερα σε μέλη της οργάνωσης. Δεν προλαβαίνει, όμως. Στο δρόμο της κλέβουν την τσάντα «αλητόπαιδα» της γειτονιάς. Στην προσπάθειά της να την πάρει πίσω, δέχεται πυροβολισμό από το ίδιο όπλο, το οποίο ο ανήλικος θεώρησε ψεύτικο ή άδειο. Δεν ήξερε, δεν ρώταγε; Λίγο αργά, πια, αφού το ‘χει βάλει στα πόδια, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας και το άψυχο σώμα της Λότε κείτεται στο γραφικό αυτό σοκάκι της Πόλης…
.
Τα φέρετρα στην ταινία ακολουθούν διασταυρούμενες διαδρομές (όπως και οι άνθρωποι). Νωρίτερα είδαμε το φέρετρο με τη Γέτερ να φτάνει αεροπορικώς από τη Γερμανία στην Τουρκία. Τώρα, το φέρετρο με τη σορό της Λότε ακολουθεί την αντίστροφη διαδρομή. Τα περίεργα παιχνίδια της μοίρας έχουν συνέχεια. Είναι η σειρά της σκληρής μάνας Σουζάνε ν’ ακολουθήσει κι η ίδια την αντίστροφη διαδρομή… Φτάνει στην Τουρκία όχι τόσο για να «διερευνήσει» τα αίτια του θανάτου της κόρης της, αλλά για να εξιλεωθεί (η σκηνή θρήνου και οδυρμού στο ξενοδοχείο την πρώτη νύχτα της στην Πόλη είναι συγκλονιστική). Μέσω της γερμανικής πρεσβείας, έρχεται σ’ επαφή με τον Νεζάτ, επισκέπτεται και στη συνέχεια κατοικεί στο διαμέρισμα που έμενε η κόρη της. Συναντά και την Αϊτέν στη φυλακή. Εκείνη της ζητά με λυγμούς να τη συγχωρήσει, αλλά η Σουζάνε ζητά τη δική της συγχώρηση από τον ουρανό, γι’ αυτό και της απαντά ότι θα κάνει τα πάντα για να τη βοηθήσει, κάνοντας, πλέον, το σκοπό της κόρης της δικό της σκοπό. Γιατί τα πράγματα να μην είναι πιο απλά στη ζωή;
.
Η Αϊτέν, τελικά, αποφυλακίζεται, αφού προηγουμένως έχει γίνει… «δηλωσίας», υπογράφοντας «δήλωση μετανοίας» (κάτι που παραπέμπει άμεσα στην Ελλάδα προηγούμενων δεκαετιών, με τις αντίστοιχες δηλώσεις αποκήρυξης των πολιτικών τους φρονημάτων που εξαναγκάζονταν να υπογράψουν πολλοί αριστεροί), γεγονός που αντιμετωπίζεται αν μη τι άλλο απαξιωτικά από τις συντρόφους-συγκρατούμενές της (μία εξ’ αυτών, τη φτύνει κατάμουτρα).
.
Εντωμεταξύ, ο Νεζάτ αφήνει το βιβλιοπωλείο στα χέρια της Σουζάνε και φεύγει για ένα ταξίδι «εσωτερικής» -και όχι μόνο- αναζήτησης στην Τραπεζούντα. Εκεί -στα πατρώα εδάφη- έχει καταφύγει ο -εξ’ αμελείας δολοφόνος- πατέρας του, μετά την αποφυλάκισή του και την απέλασή του από τη Γερμανία («και φονιάς και αλλοδαπός πάει πολύ», σκέφτηκε το τουρκικό δικαστήριο!). Ο Νεζάτ φτάνει στο χωριό του και ψάχνει αμέσως να βρει τον πατέρα του. Ένας γείτονας τον πληροφορεί ότι έχει πάει για ψάρεμα. Και ο Νεζάτ κάθεται στην ακτή και περιμένει να γυρίσει ο πατέρας του, ατενίζοντας τον Εύξεινο Πόντο…
.
Η ταινία είναι ένα διαρκές ταξίδι Γερμανία-Τουρκία (και αντίστροφα). Αλλά κυρίως ένα ταξίδι της ψυχής και του μυαλού. Η ανθρώπινη -αλλά και ανθρωπιστική- ματιά του σκηνοθέτη-σεναριογράφου είναι εμφανής στην ανάπτυξη των χαρακτήρων του και στην εκτύλιξη της πλοκής της ταινίας. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο να καταγράψει, αλλά ούτε και να καταγγείλει – πόσω μάλλον να εντυπωσιάσει. Νοιάζεται περισσότερο για τη σκιαγράφηση του ανθρώπινου πόνου, του ανθρώπινου τέλματος, αλλά και του ανθρώπινου μεγαλείου. Μέσα από το θάνατο, έρχεται η αυτογνωσία, ενδεχομένως και η λύτρωση. Φυσικά, στην αποτύπωση όλων αυτών τον βοηθούν οι εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, αλλά και η μαγευτική φωτογραφία της ταινίας (η Κωνσταντινούπολη είναι, έτσι κι αλλιώς, μια πόλη-εμπειρία από μόνη της).
.
Το πολιτικό στοιχείο είναι έντονο καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Οι αναφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην ελευθερία της έκφρασης, στο δικαίωμα στην εκπαίδευση, στη φτώχια, στο… όχι και τόσο δημοκρατικό τουρκικό κράτος, αλλά και στην ανάλγητη Ευρώπη είναι εμφανείς. Κατά τη διάρκεια της… μπουρδελότσαρκας του Αλί, στους δρόμους της Βρέμης διαδηλωτές φωνάζουν «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε», ενώ στην Κωνσταντινούπολη μέλη πολιτικών οργανώσεων που διαδηλώνουν ζητούν «Λευτεριά στον Οτσαλάν». Ο Ακίν δεν χαρίζεται στους στρατηγούς της Τουρκίας, ούτε σκοπεύει να το πράξει το μέλλον: «Είναι εύκολο να νιώθω καλοδεχούμενος στην Τουρκία, καθώς δεν έχω κάνει ακόμη κάτι που να ενοχλήσει τη συντηρητική βάση της χώρας. Δεν ξέρω πώς θα νιώθω για τη χώρα αν κάποια στιγμή γίνει κάτι τέτοιο», λέει σε συνέντευξή του στον Γιώργο Κρασσακόπουλο («Athens Voice», τεύχος 200, 14/02/2008).
.
Τα «βέλη», βέβαια, δεν στρέφονται μόνον εναντίον του «βαθέος» τουρκικού κράτους, αλλά και κατά της… ρηχής Ευρωπαϊκής Ένωσης (παρόλα αυτά, η ταινία βραβεύτηκε από το Ευρωκοινοβούλιο!). «Ίσως τα πράγματα καλυτερεύσουν όταν μπείτε στην Ε.Ε.», λέει σε μια σκηνή στην Αϊτέν η μητέρα της Λότε, για να πάρει την απάντηση: «Δεν εμπιστεύομαι την Ε.Ε. Ποιος ηγείται της Ένωσης; Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Είναι όλες αποικιοκρατικές χώρες!».
.
Δεν… ξεφεύγει, όμως, από το «στόχαστρο» ούτε ο θρησκευτικός -ισλαμικός, εν προκειμένω- φονταμενταλισμός. Ο οποίος έχει… ισχύ και εκτός τουρκικών συνόρων, ακόμη και στη Γερμανία. Όταν δύο Τούρκοι που βρίσκονται στη Βρέμη ανακαλύπτουν ότι η πόρνη Γέτερ είναι Τουρκάλα, σχεδόν την απειλούν «να γυρίσει στο δρόμο του Θεού», διότι σε αντίθετη περίπτωση «θα είναι κρίμα»… Η θρησκεία, βέβαια, δεν χωρίζει μόνο – ενώνει κιόλας. Έτσι, με μεγάλη έκπληξη ο Νεζάτ και η Γέτερ ανακαλύπτουν ότι οι θρησκείες τους όχι μόνο έχουν περισσότερα κοινά απ’ όσα φαντάζονταν, αλλά χρησιμοποιούν και κοινές παραβολές στη διδασκαλία τους. Όπως η θυσία του Αβραάμ. Μόνο που στον Ισλαμισμό ο Αβραάμ γίνεται… Ιμπραήμ και ο Ισαάκ Ισμαήλ (θυσία προς τους θεούς είχαμε, βέβαια, και στην Αρχαία Ελλάδα, αυτή της Ιφιγένειας. Μόνο που εκείνη δε γλίτωσε και σκοτώθηκε, σε αντίθεση με τους Ισαάκ και Ισμαήλ, που… αντικαταστάθηκαν με αρνιά).
.
Αλήθεια, πώς τελειώνει μια τέτοια ταινία; Ευρηματικά, όπως ξεκίνησε. Ο Νεζάτ περιμένει στην ακτή, αλλά ο πατέρας του δεν έρχεται. Θα γυρίσει ή όχι; Μήπως θέλησε κι αυτός να εξιλεωθεί; Μήπως το τελευταίο κεφάλαιο της ταινίας (με τίτλο «Η άκρη του ουρανού», όπως και ο γενικός τίτλος του έργου), υπονοεί και αυτό έναν ακόμη θάνατο – τον τρίτο στην ταινία; Ή, μήπως, όχι; Ο θεατής διερωτάται και μένει «καρφωμένος» στην οθόνη μέχρι να πέσει και ο τελευταίος τίτλος τέλους για να το μάθει… Λίγη σημασία, όμως, έχει. Σημασία έχει η άκρη του ουρανού, στην οποία οι ήρωες της ταινίας κατάφεραν να φτάσουν (ο καθένας με το δικό του τρόπο)…
.
Κι απόψε μες στην έρημη την πόλη
που με βρήκες πάλι πάρε με κοντά σου
Κρύψε με μες στο παλτό σου κάνε με κορμί δικό σου
ως την άκρη του μυαλού σου ως την άκρη τ' ουρανού σου
.
«Εσύ με ξέρεις πιο πολύ», Στίχοι, μουσική: Χάρις Αλεξίου, Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου, Φίλιππος Πλιάτσικας, CD «Ως την άκρη του ουρανού σου», 2003, Haris Productions

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Let it snow!

Δεν είμαι πολύ μεγάλος, αλλά θυμάμαι τουλάχιστον 4-5 φορές στη ζωή μου να "τό 'χει στρώσει" στην Αθήνα.
Αυτή η φορά, όμως, είναι ίσως η πιο ωραία!
Ναι! Σε πείσμα των τρομολαγνικών -μέχρις αηδίας, σε ορισμένες περιπτώσεις- μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και των κάθε λογής καραγκιόζηδων, που βγήκαν έξω με τα αυτοκίνητά τους χωρίς αλυσίδες, κάνοντας τη ζωή χιλιάδων άλλων ανθρώπων κόλαση, έγω πολύ το φχαριστήθηκα!
Άλλωστε, χειμώνας είναι! Μην τρελαθούμε! Αν δεν χιονίσει τώρα, πότε θα χιονίσει; Εκεί καταντήσαμε: να ανάγουμε το φυσιολογικό, σε υπερφυσικό...
Κι όμως. Παρά φύσιν έχει γίνει η ζωή μας και όχι ο καιρός (τουλάχιστον όχι αυτός ο καιρός).

Η Αθήνα το τελευταίο 24ωρο έχει γίνει κυριολεκτικά μια... πόλη χιόνι (όπως τραγουδά και ο Πλιάτσικας)!
Χαρείτε το, λοιπόν, γιατί δεν θα κρατήσει πολύ!

Ακολουθεί αναλυτικό φωτορεπορτάζ από την Αθήνα των πρώτων πρωινών ωρών της Κυριακής:

Ναι, η πλατεία Ομονοίας είναι. Όχι η Postdamer Platz στο Βερολίνο!

,

Κι αυτή είναι η πλατεία Συντάγματος! Σύμφωνα με πληροφορίες, ο δήμαρχος Αθηναίων θα εισηγηθεί στο προσεχές δημοτικό συμβούλιο τη μετονομασία της σε "Λευκή Πλατεία" (κατά το "Κόκκινη Πλατεία")!


Και τα περίπτερα ντύθηκαν στα λευκά! Κουίζ: πού βρίσκεται η πιο παγωμένη μπίρα; Μέσα ή έξω από το ψυγείο;

,

Ρε παιδιά, ποια λεωφορεία περνάνε από 'δω;

,

Άντε και κατάφερες να διαβάσεις την πινακίδα πριν. Πώς στο καλό θα δεις ποιο λεωφορείο είναι αυτό που ήρθε;

,

Χάθηκε να καλυφθεί απ' το χιόνι και η χαφιεδοκάμερα;

,

Πηγαίνετε από εκεί! Τώρα τι είναι στο "εκεί" θα σας γελάσουμε!

, ,

Απίστευτο! Ό,τι δεν κατάφεραν τόσους μήνες οι "τρέντι", το πέτυχε εν μία νυκτί ο χιονιάς: έδιωξε τους "ίμο" απ' τα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος - και, μάλιστα, Σαββατόβραδο!

,

Τραπεζάκια έξω, πού 'λεγε κι ο Σαββόπουλος. Χμμ, γκαρσόν! Σας παράπεσε λίγη ζάχαρη άχνη εδώ!

,

Να πώς τα σκουπίδια γίνονται έργο τέχνης!


Κάτσε, αν τολμάς!

,

Κρυώνεις, μάγκα, ε; Σκυλίσια ζωή σου λέει μετά...
,

Πολεμικό σκηνικό στην οδό Σταδίου, στο Σύνταγμα. Καλυφθείτε!


Δεν είναι υπέροχη η εικόνα;

,

Και μια πρωινή φωτό. Γιατί η κακοκαιρία μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τα χιόνια τραβά!

Και για όποιον δεν κατάλαβε... "ΧΙΟΝΙΣΕ"!!!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

Μια μέρα χωρίς τηλεόραση

Κλείστε την τηλεόραση!
Για μια μέρα, έστω. Δείξτε τους την δύναμη του κοινού.
Μην τους δώσετε άλλο το δικαίωμα της χειραγώγησής μας.
Ζητάμε ανεξάρτητη και αντικειμενική πληροφόρηση, έγκαιρη, έγκυρη και σοβαρή ενημέρωση, χωρίς ροζ και κίτρινες αποχρώσεις.
,
Λέμε όχι:
Στην παραπληροφόρηση της διαπλοκής.
Στα χειραγωγούμενα ΜΜΕ.
Στην συγκάλυψη των σοβαρών θεμάτων.
Στις εκπομπές – σκουπίδια χάριν τηλεθέασης.
Στα μονοθεματικά δελτία ειδήσεων.
,
Απαιτούμε σεβασμό και ποιότητα.
Κλείνουμε την τηλεόραση στις 11 Φεβρουαρίου. Όλοι μας!

Περισσότερα στη διεύθυνση: http://proxeirotetradio.blogspot.com/

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Τίτλοι ειδήσεων

Νεκροτομείο Αθηνών. Δευτέρα, 28/01/2008. Ώρα: 10:53 π.μ.
Ένωσε και δίχασε. Αλλά θα (μας) λείψει.

Οδός Πανεπιστημίου. Σάββατο, 02/02/2008. Ώρα: 14:16 μ.μ.
Οι όμορφες δημοκρατίες, όμορφα καίγονται...

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Τα (κίτρινα) φώτα της πόλης

Μετά το "ροζ" των πρώτων ημερών, τον τελευταίο μήνα όλη η πόλη έχει καλυφθεί από ένα απέραντο και αρρωστημένο κίτρινο πέπλο...


Γι' αυτό κι εγώ κλείνομαι διαρκώς στο τετράγωνο κουτί με τα πολύχρωμα όνειρα κι ονειρεύομαι σε 35 mm... Καληνύχτα - και μη με ξυπνήσετε ποτέ!

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008

Οι άδειες παιδικές χαρές της ζωής μας

Τα χρόνια πέρασαν, οι καιροί άλλαξαν κι εμείς παίζουμε, πλέον, άλλα παιχνίδια. Παιχνίδια ενηλίκων, χωρίς κανόνες (ή με κανόνες που όρισαν άλλοι για μας).
Κι έχουμε αφήσει τα παιδικά μας παιχνίδια να σαπίζουν έρημα...

Διαλέξαμε να κουνιόμαστε στους ρυθμούς αλλότριων και κακόηχων σκοπών


Διαλέξαμε να τσουλάμε σε ανώμαλες και αφιλόξενες επιφάνειες


Διαλέξαμε να κάνουμε το γύρο του -δήθεν- θριάμβου, το γύρο της επιτυχίας - ή, μήπως, το γύρο του θανάτου;
.

Διαλέξαμε να τραμπαλιζόμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ ζωής και «κάτι-σαν-ζωή»

.

Η πόρτα, όμως, παραμένει ανοιχτή και μας περιμένει να τη διαβούμε. Εμείς τι περιμένουμε;

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

Πρωτοχρονιάτικη μαντινάδα


Όσα ευρώ εβρήκανε
στα Ζωνιανά εφέτος
Τόσες χαρές σου εύχομαι
για το καινούργιο έτος

Τσε άμα δεν εβρείς ευρώ
τσε με ρωτήσεις "πούντα;"
Να μην πολυσκοτίζεσαι
υπάρχει τσε η φούντα

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Season's greetings

Ψεύτικοι καιροί...
Κενοί καιροί...
Στρεβλοί καιροί...
Θυμίζουν βιντεογκέιμ νέας τεχνολογίας.

Μέσα σ' αυτό το ψέμα που μας κατακλύζει, κάπου εκεί πνίγηκε κι η αγάπη. Όμως, όσα ψέματα και να πούμε, ό,τι και να εφεύρουμε, αυτή δεν μπορούμε να την ξεγελάσουμε.

Πάνω απ'τα ΑΤΜ και τα autodafe
Πάνω από τα Goody's και τα Flocafe
Πάνω απ' τα ringtones και τα SMS
Σε κοιτάζει η αγάπη σου που ξέχασες

Και γελάει μαζί σου που όλο ξενυχτάς
Και καινούργια στέκια φτιάχνεις για να πας
Και καινούργιες λέξεις ενώ θες να πεις

Σ' αγαπώ, φοβάμαι να'ρθω
Να σε ξαναβρώ, κι όπως παλιά να σου πω
Πόσο σ'αγαπώ, μόνο για σένα είμαι εγώ
Θέλω απλά να ζω, δίπλα σου κάθε λεπτό

Κάνουμε τα πάντα για να γίνουμε Θεοί... Μα αυτό που καταφέραμε είναι να χάσουμε ακόμη και την ανθρωπιά μας και ν' ανατρέχουμε στο παρελθόν για να μας τη θυμίσει...

Τα πάντα για να αιχμαλωτίσουμε το φεγγάρι
Νά 'ναι δικοί μας οι κρατήρες κι ο κρύος καπνός
Ένα γερόντιο μες στα λάπτοπ μας συσσωρεύει
Φωτογραφίες απ' την αγάπη μας κι mp3
Κι ένας αέρας για πολύ λίγο μας χαϊδεύει
Μετά «αποθήκευση», «επικόλληση», «διαγραφή»

Καταφέραμε να γίνουμε ξένοι. Για τους άλλους και για τον εαυτό μας...

Νιώθω τόσο μόνος μου δίχως ταίρι και γενιά
Δεν καλμάρει ο πόνος μου με αντιβιοτικά
Με φρου-φρου και μ' αρώματα με μισθούς κι επιδόματα
Και με vivident φιλιά.

Αν εσείς τη βρίσκετε με βουτιές μες στο ρετρό
Χάνεστε και βρίσκεστε σε ταξί και σε μετρό
Αν πετάτε τον έρωτα στης ζωής τ' ασιδέρωτα
Τότε εγώ δεν είμαι εδώ.

Ζούμε στην εποχή που η αγάπη φαίνεται πως δεν έχει θέση. Προέχουν άλλες, πιο σημαντικές, "αξίες"...
Κι όμως. Η αγάπη είναι κάπου εκεί και μας περιμένει...

Η εποχή μύριζε θειάφι, παντού κυκλοφορούσε χρήμα
Και από τα κάμπριο που δονούνταν βρεγμένα ανέμιζαν μαλλιά
Η αγάπη μες σ' αυτό το κάδρο ήταν του δρόμου οι πικροδάφνες
Έμοιαζε νά 'ναι εκτός πεδίου μα υπήρχε μες στη μυρωδιά

Η στρεβλή εποχή έχει στρεβλώσει και το αισθητήριό μας... Στο χέρι μας είναι να το επαναφέρουμε στη θέση του...

Έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
Που μ' εμποδίζει ό,τι είναι πίσω του να δω
Δεν έχω δει ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη
Και το χειρότερο, είναι όμοιος εγώ...

Μα εγώ θα κάνω τον καθρέφτη μου κομμάτια
Ξέρω ότι αυτό που κρύβει πίσω του είσαι εσύ
Εσύ που ψάχνεις μεσ' τα μαύρα σου τα μάτια
Να καθρεφτίζεις μόνο εμένα στην ζωή

Κι ας αφήσουμε όσους κρατούν σήμερα τα "ηνία" να οδηγηθούν -μαζί με το άλογό τους- στο γκρεμό...

Αυτοί που είναι συνέχεια στην τηλεόραση
Νομίζοντας πως μόνο εκεί κοιτάς εσύ
Ας μείνουν στου γυαλιού τους τη γωνίτσα
Θα πάω και θα τους κλέψω τα κορίτσια

Δε θα σου δείξει κανείς το δρόμο τον σωστό. Μόνος σου θα τον βρεις - κι ας χαθείς στην αρχή...

Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει σιγουριά
Στο δρόμο αυτό δεν υπάρχουν ταμπέλες και βέλη
Μονάχα ουρανός και αέρας και μοναξιά
Κι αυτό που η καρδιά μου συνέχεια κι ακούραστα θέλει

Κι αν είμαι σε κάτι στ’ αλήθεια καλός
Το ξέρω πως είναι ότι απλά συνεχίζω
Κι εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Πως είσαι ο δικός μου ο προορισμός

Θα φτάσω εκεί κάποτε θά 'ρθει ο καιρός
Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως
Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως…

Το σίγουρο είναι ότι ο προορισμός αυτός υπάρχει κάπου - και περιμένει να τον ανακαλύψουμε...

Για πείτε αν ίσως έχει φτάσει ποτέ κανείς
Στο μυστικό βυθό της χώρας της αλληνής
Εκεί που σταματάν τα "πρεπει", τα "μη" του νου
Και που είναι πάτος η κορφή του ψηλού βουνού

Εκεί που όλα είναι στο σώμα σου επιτρεπτά
Κι όλα τα λάθη τ' ασυγχώρητα είναι σωστά
Κι όλα τα αισθήματα που κρύβεις γιατί πονάς
Εκεί είναι ελεύθερα να τρέξουν όπου αγαπάς

Δεν είναι αργά για να ξεκινήσουμε. Ο χρόνος -και η διαχείρισή του- είναι στο χέρι μας. Πίστεψέ το και πες το κι εσύ!

Γιατί ο χρόνος δεν υπάρχει
Γιατί ο χρόνος είσαι εσύ και οι άλλοι
Και κανείς δε γνωρίζει η ζωή που θα βγάλει
Κι όλο αυτό είναι μια μεγάλη γιορτή
Κι όποιος είπε "και του χρόνου"
θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος
Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος
Και πες το μου κι εσύ


Καλή χρονιά σε όλους!

Σημ.: Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα στίχων από τα παρακάτω τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά (με σειρά παράθεσης):
MP3, Λέξεις, Χάι χάου αρ γιου;, Το μέλλον απ' το παρελθόν, Καθρέφτης, Το πινέλο, Ο προορισμός, Η πέρα χώρα, Και του χρόνου

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2007

Φωνή ΛΑΟΥ (οργή Θεού)

Τόπος: οδός Όθωνος, πλατεία Συντάγματος.
Χρόνος: ξημερώματα Κυριακής.

Οι αναρχοαυτόνομοι ακτιβιστές, υπερασπίστες του προλεταριάτου και πολέμιοι της πλουτοκρατίας και της παγκοσμιοποίησης, μέλη της επαναστατικής ομάδας "Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός" έκαναν και πάλι το (χριστουγεννιάτικο) θαύμα τους, με μια κίνηση-"γροθιά" στο κατεστημένο.

Με συντονισμένες ενέργειες, σχεδιασμένες με χειρουργική ακρίβεια (τι; Δεν ξέρετε πόσο ακριβά είναι τα χειρουργεία σήμερα;;;), επιτέθηκαν στους επί Γης οίκους του Θηρίου (τράπεζες), σε μια καθαρά συμβολική κίνηση, προς επίρρωσιν της δήλωσης του προέδρου κ. Γ. Καρατζαφέρη: "στα κοινωνικά θέματα είμαι αριστερός"!

Η μονάδα εξωτερικών μεταδόσεων του Εν πλω Network ήταν εκεί και σας παρουσιάζει τρία φωτογραφικά ντοκουμέντα (+ ένα bonus, μέρες που είναι!) που θα συζητηθούν (άγνωστο από ποιους).


Ντοκουμέντο 1



Ντοκουμέντο 2



Ντοκουμέντο 3

,

(Άσχετο) ντοκουμέντο από τη γιορτινή Αθήνα (μια προσφορά του Mr Nikitas)


Υ.Γ. 1: Επειδή αδυνατώ να πιστέψω ότι οι "δράστες" είναι μέλη της νεολαίας του ΛΑ.Ο.Σ. (ο τόνος στη λήγουσα), υιοθετώ την εκδοχή ότι πρόκειται για ευφάνταστους νεαρούς (ίμο, τρέντι, κάγκουρες ή καγκουρό), με ιδιάζον χιούμορ.

Υ.Γ. 2: Καλά Χριστούγεννα!!!

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

Περί κριτικής κινηματογράφου

Πόσοι από εμάς δεν έχουμε πιάσει τον εαυτό μας, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας, να λέει: «αμάν πια μ’ αυτή την παλιοδουλειά! Ζωή είναι αυτή; Μακάρι να μπορούσα να κάθομαι όλη μέρα, να τρώω συνέχεια σε εστιατόρια τζάμπα, να βλέπω κάθε μέρα τζάμπα θέατρο και τζάμπα σινεμά και να με πληρώνουν κι από πάνω!»; Στη συνέχεια, βέβαια, επιστρέφουμε στην πραγματικότητα, μονολογώντας (με ένα ειρωνικό γλυκόπικρο μειδίαμα): «αυτά μόνο στα παραμύθια γίνονται…».

Κανείς μας, όμως, δεν σκέφτεται εκείνη τη στιγμή ότι αυτά, εκτός από τα παραμύθια, συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή! Ότι υπάρχουν άνθρωποι που πληρώνονται για να τρώνε, πληρώνονται για να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις, πληρώνονται για να παρακολουθούν κινηματογραφικές ταινίες. Ποιοι είναι αυτοί; Οι κριτικοί γεύσης (ή γευσιγνώστες), οι κριτικοί θεάτρου και οι κριτικοί κινηματογράφου, αντίστοιχα.

Θα εστιάσω στους τελευταίους. Εξετάζοντας το ζήτημα από τη δική τους σκοπιά, παραδέχομαι ότι το επάγγελμά τους δεν είναι (πάντα) τόσο ελκυστικό, ρόδινο και ονειρικό, όσο ηχεί στ’ αφτιά ενός απλού ανθρώπου, πολλώ μάλλον ενός μανιώδους σινεφίλ («α, τον κωλόφαρδο! Θα έδινα τα πάντα για να το κάνω κι εγώ!»).

Δεν είναι και το πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο να πρέπει πολλές φορές μέσα στην εβδομάδα να ξυπνήσεις πρωινιάτικα και να τρέχεις να προλάβεις τη δημοσιογραφική προβολή, βγαίνοντας να πρέπει να δεις άλλη ταινία και μετά κι άλλη κι έπειτα να πρέπει να πας στο σπίτι ή στο γραφείο, να ανατρέξεις στις σημειώσεις σου και σε άλλες πηγές (ίντερνετ, κινηματογραφικά βιβλία και λεξικά, αρχείο, «πρες κιτ» ταινίας κ.λπ.) και να γράψεις γρήγορα κριτικές για τις ταινίες που είδες (διότι το αργότερο αύριο το πρωί πρέπει να παραδώσεις τα κομμάτια στην εφημερίδα, επειδή κλείνει η ύλη). Ακούγεται σα «γλυκό μαρτύριο», όμως παραμένει μαρτύριο.

Δεν σας έχει τύχει να μην έχετε καθόλου διάθεση για σινεμά (επειδή σας πονάει το κεφάλι σας, το δοντάκι σας κ.λπ.) και να λέτε στην παρέα σας: «απόψε σινεμά; Με καμία κυβέρνηση (μόνο με του Καρατζαφέρη!)!»; Ε, λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να πάνε οπωσδήποτε σινεμά (ναι, επί κυβερνήσεως Καραμανλή!) και να γράψουν κι από πάνω και… έκθεση ιδεών μετά! Διότι, αν δεν το κάνουν, την επόμενη φορά που θα πάνε σινεμά θα πρέπει να στηθούν στην ουρά και να κόψουν εισιτήριο… Με τι λεφτά, όμως;
,
Αυτά για την απομυθοποί-ηση του επαγγέλματος του κριτικού κινηματογρά-φου. Ποιοι είναι, όμως, αυτοί οι άνθρωποι που μπαίνουν κάθε Πέμπτη στα σπίτια μας (μέσα από εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και ίντερνετ) και προσπαθούν να μας «επιβάλουν» την άποψή τους για τις ταινίες της εβδομάδας και να μας πουν σε ποιο έργο θα «σκάσουμε» τα 8 ευρώ μας (2.726 δραχμές!) και σε ποιο όχι; Ποιοι είναι αυτοί που «το παίζουν» ξερόλες και γκουρού της Έβδομης Τέχνης; Ποιοι είναι αυτοί που μοιράζουν αδιακρίτως «αστεράκια», που κρίνουν το έργο ενός δημιουργού και το ανεβάζουν στα σύννεφα (με 5 αστεράκια) ή το ρίχνουν στα τάρταρα (με το περίφημο «κουτάκι» ή «Χ»); Τι γνώσεις έχουν; Τι υπόβαθρο; Τι σπουδές;
,
Αν το επάγγελμα του δημοσιογράφου είναι ασαφές ως προς τα προσόντα που απαιτούνται για να το ακολουθήσει κάποιος, αυτό του κριτικού είναι ξέφραγο αμπέλι! Δεν απαιτείται κανένα απολύτως τυπικό (ούτε ουσιαστικό;) προσόν για να «βαπτιστεί» κάποιος κριτικός κινηματογράφου και με τόση ευκολία ν’ αρχίσει να… βρέχει (άστρα) επί δικαίους και αδίκους.
,
Διεθνώς επικρατεί η άποψη ότι το επάγγελμα του κριτικού είναι παρασιτικό. Ότι, δηλαδή, οι κριτικοί ζουν εις βάρος άλλων (των κινηματογραφιστών, εν προκειμένω) και βγάζουν το ψωμί τους… έχοντας απλώς άποψη για το έργο κάποιου άλλου. Δεν δημιουργούν ποτέ. Κρίνουν, όμως, τις δημιουργίες των άλλων. Είναι στο απυρόβλητο, αλλά εκείνοι με την πένα τους είναι ικανοί να καταστρέψουν το έργο ή την καριέρα κάποιου άλλου ανθρώπου.

Με ποια κριτήρια, άραγε, γράφουν τις κριτικές τους (κι εδώ έρχονται πάλι τα ερωτήματα περί πολιτισμικού και μορφωτικού υποβάθρου, περί κουλτούρας κ.λπ.); Υποτίθεται ότι είναι άνθρωποι «ειδικοί» σε έναν χώρο, «επιστήμονες» τρόπον τινά, και, συνεπώς, όσα γράφουν θα έπρεπε να είναι με τον ίδιο τρόπο «επιστημονικά» τεκμηριωμένα.

Με λίγα λόγια, οι κριτικοί κινηματογράφου (πρέπει να) είναι κάτι πολύ περισσότερο από «επαγγελματίες θεατές» (και είναι λάθος να χρησιμοποιείται αυτή η «χαριτωμενιά» ως δικαιολογία από ορισμένους εξ’ αυτών). Όσο κι αν σε κάθε έκφανση της ζωής μας ενυπάρχει ο παράγοντας της υποκειμενικότητας, υπάρχουν, ρε γαμώτο, και κάποια αντικειμενικά και πολύ συγκεκριμένα κριτήρια βάσει των οποίων ένα (οποιοδήποτε) έργο πρέπει να αξιολογείται και να κρίνεται. Πώς, λοιπόν, γίνεται αυτοί ακριβώς οι «επιστήμονες» να αξιολογούν το ίδιο ακριβώς κινηματογραφικό έργο με τα ίδια ακριβώς -υποτίθεται- κριτήρια και το αποτέλεσμα να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικό; Πώς γίνεται σε μια ταινία ο ένας κριτικός να βάζει πέντε αστεράκια κι ο άλλος ένα;

Θέλετε παραδείγματα; Θα παραθέσω ένα μόνο – το πιο πρόσφατο: αυτή την εβδομάδα βγήκε στις αίθουσες (μαζί με επτά ακόμη έργα) η ταινία «Η Ομίχλη» («The Mist»), του σκηνοθέτη Φρανκ Ντάραμποντ. Ο γνωστός κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Δανίκας τη βαθμολόγησε με 5 αστεράκια («αριστούργημα») και ο -επίσης γνωστός- συνάδελφός του Ηλίας Φραγκούλης τη βαθμολόγησε με 1 αστεράκι («μέτρια»). Μιλάμε, δηλαδή, για ασύλληπτη απόκλιση (τελικά, αυτή η ταινία είναι «διαμάντι» ή «μάπα»;)… Και δεν είναι η μόνη. Παρόμοια παραδείγματα (είτε τόσο, είτε λιγότερο «κραχτά») συναντά κανείς κάθε εβδομάδα, σε πολλές ταινίες, αν συγκρίνει τις κριτικές όλων των εντύπων. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα γενικευμένο και όχι μεμονωμένο φαινόμενο.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις, που χρόνια τριγυρνούν στο μυαλό μου, αποτέλεσε ένα σχόλιο αναγνώστη της διαδικτυακής έκδοσης του περιοδικού «Αθηνόραμα» (αναφέρεται στην ταινία «Ακραίες καταστάσεις» [«The air I breathe»], του σκηνοθέτη Τζιέχο Λι). Το παραθέτω αυτούσιο (διατηρώντας ορθογραφία και στίξη):

«Τι θα γίνει ρε παιδια με εσάς τους ''''ξερόλες'''' κριτικούς; Μια ζωή θα διαφέρετε τόσο πολύ από τις απόψεις του κοινού; Χρηματίζεστε και θάβετε τις ταινίες των οποίων οι παραγωγοί δεν σας κάθονται; Είναι δυνατόν το imdb να δίνει 9.3/10 (έστω και με δείγμα 993 ανθρώπων) και εσείς 1/5!!! Πώς γίνεται το κοινό να δίνει 4,5/5 (4 άνθρωποι είναι εντελώς...άσχετοι και ακαλλιέργητοι); Έλεος πια! Αλλάξτε επάγγελμα! Ό,τι δεν είναι Ευρωπαϊκό ή ... Περσικό είναι άχρηστο στον κινηματογράφο για κάτι Δανίκες και Μικελίλιδες! Δημοκρατία έχουμε ο καθένας μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει. Και έτσι είναι το σωστό. Αλλά είστε μια κάστα που το έχετε ξεφτιλήσει....Πείστε μας ό,τι το βλέπετε επιστημονικά το θέμα και το ξανασυζητάμε. Μέσα από τις κριτικές σας δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Και εν πάσει περιπτώσει τι μπορεί να πει κάποιος περί...ορέξεως; Σας βαρέθηκα...Ενημερώστε μας, βοηθήστε μας να κρίνουμε καλύτερα. Μη διαφέρετε απλά για να ... δικαιολογείτε το επάγγελμά σας».

Ομολογώ ότι απόψεις σαν του συγκεκριμένου ανθρώπου έχω ακούσει δεκάδες φορές σε συζητήσεις που κατά καιρούς είχα (ακόμη και με ανθρώπους του χώρου!). Είναι προφανές ότι εγείρεται μείζον ζήτημα. Ζήτημα όχι τόσο ως προς την αξιοπιστία και την «ακεραιότητα» των κριτικών, όσο ως προς την επανεξέταση ή/και αναθεώρηση του ρόλου τους.

Αν το εξετάσει κάποιος «ψυχρά» (ενδεχομένως και επιπόλαια), θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δύο τινά συμβαίνουν: είτε πρόκειται για ανθρώπους άσχετους με το αντικείμενο, ανεπαρκείς και ακατάλληλους, είτε για ανθρώπους διεφθαρμένους, που χρηματίζονται από εταιρείες διανομής και παραγωγής ταινιών για να «θάβουν» ή να «απογειώνουν» ταινίες (βεβαίως αναφέρομαι αποκλειστικά σε περιπτώσεις κριτικών που… προκαλούν καθ’ έξιν το δημόσιο αίσθημα). Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Τουλάχιστον θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι έτσι. Κάτι συμβαίνει, όμως. Κάτι που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι το επάγγελμα του κριτικού κινηματογράφου σήμερα φθίνει και διέρχεται μεγάλη κρίση. Για την ακρίβεια, θεωρώ ότι δεν υπάρχουν πια κριτικοί κινηματογράφου, με την αρχική έννοια του όρου: την έννοια ενός βαθιά καλλιεργημένου ανθρώπου -εγκυκλοπαιδικά και κινηματογραφικά-, με ήθος και επίγνωση, που έχει «φάει με το κουτάλι» το σινεμά, έχει περάσει ώρες ατέλειωτες μέσα σε σκοτεινές αίθουσες και άλλες τόσες πάνω από βιβλία για τον κινηματογράφο και, απαλλαγμένος από συμπλέγματα, εμμονές και εξαρτήσεις, είναι σε θέση να γράψει ένα κείμενο που απλά θα εξηγεί στον θεατή τι είναι αυτό που πρόκειται να δει (ή να μη δει) και πού αυτό τοποθετείται (κοινωνικά, πολιτικά, κινηματογραφικά). Ένα κείμενο που θα τον βοηθά να «προχωρήσει» τη σκέψη του και να διευρύνει τους ορίζοντές του και τις προσλαμβάνουσές του ως προς την «ανάγνωση» και την ερμηνεία μιας ταινίας. Θα τον βοηθά, δηλαδή, να έχει κριτική και προοδευτική σκέψη, να βάζει κρησάρα, μα όχι να έχει παρωπίδες.

Τέτοιοι κριτικοί ήταν, για παράδειγμα, ο Βασίλης Ραφαηλίδης και ο Μπάμπης Ακτσόγλου (φωτογραφία). Με το θάνατο του τελευταίου, στις 18 Ιανουαρίου (τρέχοντος έτους), θα έλεγα ότι έκλεισε ο κύκλος αυτής της «σχολής» κριτικών. Στην Ελλάδα σήμερα έχουμε μάλλον κινηματογραφικούς ρεπόρτερ, κινηματογραφικούς συντάκτες, αν προτιμάτε, παρά κριτικούς κινηματογράφου. Το επάγγελμα ακολουθεί -σε ένα μεγάλο βαθμό- τις επιταγές του μάρκετινγκ και του λάιφ-στάιλ. Οι «κριτικές», στα περισσότερα έντυπα, είναι παραδομένες στην ευκολία της προχειρότητας ή/και του κενού εντυπωσιασμού, του «δήθεν» και της ψευδο-κουλτούρας. Συσκοτίζουν, παρά διαφωτίζουν. Αποπροσανατολίζουν, παρά αποσαφηνίζουν. (Προσπαθούν να) κατευθύνουν, παρά (να) σε βοηθούν να διαμορφώσεις τη δική σου άποψη. Δεν περνούν από την απαραίτητη δημοσιογραφική (και κριτική!) βάσανο. Μάλλον αυτό που κάνουν είναι να… βασανίζουν τους αναγνώστες-υποψήφιους θεατές. Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη οι εξαιρέσεις. Γιατί, όμως, να μην αποτελούν τον κανόνα;

Τελειώνοντας, παραθέτω το άρθρο με τίτλο «Τα blogs, οι κριτικοί και ο Σφήκας» που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» ο κριτικός κινηματογράφου Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, στις 29 Νοεμβρίου 2007, τέσσερις ημέρες μετά τη λήξη του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Πρόκειται για ένα πρόσωπο (από τους πιο παλιούς «ενεργούς» στο χώρο) που έχει δεχθεί έντονη κριτική (κυρίως από συναδέλφους του). Το κείμενό του, όμως, αποτυπώνει μεγάλες αλήθειες, που πονάνε (κάποιους)…
,
«Αυτό που έδειξε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις έντεκα μέρες που έμεινα στη συμπρωτεύουσα και το παρακολούθησα από την αρχή ως το τέλος είναι ότι τα πράγματα αλλάζουν ριζικά κι ανεπιστρεπτί. Το Φεστιβάλ γίνεται όλο και καλύτερο, μα με εντελώς διαφορετική νοοτροπία από εκείνη που ξέραμε και το καταδίκαζε στη μιζέρια και την ανέχεια. Τα πράγματα αλλάζουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Εξελίσσονται. Κι όποιος δεν το αντιλαμβάνεται, απλώς τον αποβάλλει, τον ξεπερνά το σύστημα. Οι γραφικοί φασαριόζοι του παρελθόντος εξαφανίστηκαν ήδη και οι υπάρχοντες όλο και δυσκολεύονται να βρουν ακροατήριο ή να ανανεώσουν το ήδη υπάρχον. Προβλέπω σε πολύ λίγα χρόνια να έχουν αλλάξει άρδην τα πράγματα. Όλα αλλάζουν. Και το δικό μου επάγγελμα. Δεν είναι δυνατόν το 2007 κριτικοί να βραβεύουν τις «μεταμορφώσεις» του Κώστα Σφήκα. Ποιος κοροϊδεύει ποιον και με τι κριτήρια γίνονται όλα αυτά; Εγώ προσωπικά δεν είμαι μέλος από χρόνια της ένωσης που βράβευσε το παραπάνω.
Σκέφτομαι, όμως, κάτι άλλο, καθώς βλέπω τα πράγματα να τρέχουν. Ότι το Internet και τα blogs που τα κοροϊδεύουν όσοι τα φοβούνται, αλλάζουν την εικόνα και το επάγγελμα της κριτικής, το οποίο δεν ξέρω για πόσα χρόνια ακόμα θα είναι «επάγγελμα». Τι μπορούν να πουν αυτοί οι κριτικοί στα νέα παιδιά που σερφάρουν και εκφράζουν γνώμες για το σινεμά στο Διαδίκτυο; Τι θα μπορούσαν να πουν σε μένα, αν στην ηλικία των 17 και των 20 είχα τη δυνατότητα να διατυμπανίζω τη γνώμη μου ελεύθερα; Στη δική μου εποχή, όταν ήμουν 17 χρονών, για να διατυπώσεις γνώμη έπρεπε απευθείας να γίνεις κριτικός. Σήμερα, οι σπουδαστές, οι φοιτητές, τα κινηματογραφικά ψώνια, αυτό που ήμουν κι εγώ, έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν.
Φτιάχνουν το blog τους κι επικοινωνούν με όσους θέλουν την επικοινωνία τους, χωρίς να απολογούνται σε διανομείς, σε σκηνοθέτες, σε φορείς.
Αυτά τα είδα στη Θεσσαλονίκη. Και θα τα δούμε εντονότερα στο μέλλον. Όποιος δεν το έχει καταλάβει, θα μείνει μόνος του να παραμιλά με την κασέτα που κατάπιε για το «Δράκο», την «Ευδοκία» και τον «Πολίτη Κέιν», ενώ στο σπίτι του θα καταναλώνει χολιγουντιανές τηλεοπτικές σειρές, θα παρακαλά τις εταιρίες-διανομείς για κανένα χολιγουντιανό ταξιδάκι και έτοιμη συνέντευξη με κάποιον αστέρα, αλλά προς τα έξω θα βραβεύουν τον Σφήκα. Ε, ρε blog που (τους) χρειάζεται…».

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

Το νόημα της ζωής (ή πώς να χάσετε πέντε λεπτά απ’ το χρόνο σας διαβάζοντας αυτό το ποστ)


Αλήθεια, σας έχουν απασχολήσει ποτέ ερωτήματα όπως «γιατί ζούμε;», «γιατί ερχόμαστε στη Γη;», «τι είναι η ζωή;», «τι είναι ο άνθρωπος;» («ένα τίποτα»!);

Κουτή ερώτηση, διότι και ποιον δεν έχουν απασχολήσει; Οι λεγόμενες υπαρξιακές (ή φιλοσοφικές ή θεοσοφικές ή μεταφυσικές) αναζητήσεις αποτελούν ίσως το πιο δημοφιλές θέμα συζήτησης του ανθρώπινου γένους, από καταβολής κόσμου. Κι αυτό, διότι το άγνωστο ανέκαθεν είλκυε τον άνθρωπο. Είτε αυτό αφορούσε το παρελθόν του, είτε το μέλλον του. Και ποιος δε θέλει να γνωρίζει τα πάντα; Να μπορεί να δώσει εξηγήσεις για το κάθε τι, πολύ περισσότερο για ό,τι τον αφορά;

Και, για να επανέλθω στα αρχικά ερωτήματα: ήρθαμε τυχαία στον κόσμο αυτό; Μας έφερε ο Θεός; Η έλευσή μας αποτελεί μέρος ενός σχεδίου; Μας έχει ανατεθεί μια αποστολή, την οποία πρέπει να φέρουμε εις πέρας; Αν ναι, ποια είναι αυτή; Και ποιο είναι, αλήθεια, το νόημα της ζωής; Υπάρχει, κατ’ αρχάς;

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις και ακόμη περισσότερες εκδοχές αυτών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το νόημα της ζωής είναι η αγάπη. Η απόλυτη Αγάπη. Άλλοι λένε ότι η «πλήρωσή» μας θα έρθει όταν βρούμε την απόλυτη Ευτυχία. Γι’ αυτό, δηλαδή, ήρθαμε στη Γη: για να την αναζητήσουμε. Υπάρχουν, όμως, η απόλυτη Αγάπη και η απόλυτη Ευτυχία; Αν ναι, τα έχει βιώσει κάποιος; Μήπως η αναζήτησή τους είναι μια ουτοπία που μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς; Ισχύει, άραγε, ότι η ευτυχία είναι στιγμές; Ότι μπορούμε να ζήσουμε μόνο μερικά κομμάτια, μερικά ψήγματα ευτυχίας, χωρίς ποτέ να καταφέρουμε να γίνουμε… μονίμως και παγίως ευτυχισμένοι;

Είναι αλήθεια, επίσης, ότι το «στοίχημα» της ζωής είναι να πάψεις να είσαι «μονάδα»; Να «σπάσεις» το «εγώ» σου και να γίνεις «εμείς»; Να μοιραστείς, δηλαδή, τη ζωή σου με έναν άλλον άνθρωπο, όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά και ψυχικά; Γίνεται, άραγε, αυτό; Πόσοι μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν γίνει «ένα» με κάποιον άλλον άνθρωπο; Ότι έχουν αποτάξει τον εγωισμό τους και την ιδιοτέλειά τους – έννοιες συνυφασμένες με την ανθρώπινη φύση, όπως, τουλάχιστον, την ξέρουμε;

Υπάρχει και η άποψη ότι ο άνθρωπος θα έχει «δικαιώσει» την ύπαρξή του μόνο αν, φεύγοντας, έχει αφήσει πίσω του έργο. Αν, δηλαδή, έχει δημιουργήσει (κάτι) κι έχει πάει τον κόσμο (και τον εαυτό του) «ένα βήμα πιο μπροστά». Υπό αυτή την έννοια, ένας ποιητής, ένας πολιτικός, ένας μουσικός, ένας δάσκαλος, ένας γιατρός έχουν βρει το νόημα της ζωής; Ή, μήπως, όχι;

Είναι, άραγε, νομοτελειακό να προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι, ν’ αλλάξουμε (τον εαυτό μας και τον κόσμο); Κι είναι, επίσης, νομοτελειακό να μην τα καταφέρνουμε ποτέ (τουλάχιστον στο βαθμό που θα θέλαμε); Μπορούμε, άραγε, ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας ή, μήπως, πάντα θα είναι αργά (όταν το συνειδητοποιούμε);

Οι παρακάτω στίχοι μόνο διαφωτιστικοί δεν είναι:

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος
κι αλλάξαμε ζωή

«Άρνηση», Γιώργος Σεφέρης

Όσο κι αν κανείς προσέχει
Όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα ‘ναι αργά
Δεύτερη ζωή δεν έχει
«Το παράπονο», Οδυσσέας Ελύτης

Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία; Μοιρολατρία ή ρεαλισμός; Μάλλον ένα υπαρξιακό παραλήρημα, ξημερώματα Κυριακής, με την καταρρακτώδη βροχή να κάνει την παρουσία της κάτι περισσότερο από αισθητή…

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

My blueberry nights and days in Cinemaland*

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποτελεί τη γιορτή του ελληνικού κινηματογράφου (ή, ορθότερα, τη γιορτή του κινηματογράφου στην Ελλάδα). Βέβαια, για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ (κινηματογραφιστές, κριτικούς κινηματογράφου) δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μέτρια, εσωστρεφή, σχεδόν τοπικιστική διοργάνωση, περιορισμένης καλλιτεχνικής αξίας, που κυρίως εξυπηρετεί τα συμπλέγματα και τη ματαιοδοξία των "κρατούντων" ή/και τα ρουσφέτια αλλήλων. Όλα αυτά, όμως, λίγο μ' ενδιαφέρουν.
.
Η τέχνη του κινηματογράφου ανέκαθεν αποτελούσε για μένα μια πόρτα στο όνειρο και στο ταξίδι μυαλού και ψυχής. Με το πέρασμα του χρόνου δε άρχισε ν' αποτελεί πολλά περισσότερα - κι έτσι, χωρίς μεγάλη δυσκολία, ανήχθη στην αγαπημένη μου πάγια και διαρκή ενασχόληση.
.
Η Θεσσαλονίκη, από την άλλη, με τον -στα όρια της γραφικότητας- μύθο της "απόλυτης ερωτικής πόλης" που την περιβάλλει, συνεχίζει ν' αποτελεί για μένα τον ιδανικότερο τόπο φθινοπωρινό-χειμερινο-ανοιξιάτικων διακοπών, έχοντας από καιρό κατακτήσει περίοπτη θέση στην καρδιά μου, ασκώντας μια απροσδιόριστη γοητεία και έλξη (που λίγη σχέση έχει με τον προαναφερθέντα μύθο).
.
Ο συνδυασμός των δύο, τοποθετημένος στο σωτήριον έτος 2007, μας κάνει το 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το οποίο, με τη σειρά του, με έκανε να μαζέψω τα μπογαλάκια μου από τη γοητευτικά αποκρουστική Αθήνα και να "κοινωνήσω" επί τριήμερον τις φεστιβαλικές κινούμενες εικόνες, κλεισμένος σε κάποια από τις εννιά αίθουσες της διοργάνωσης. Οκτώ ταινίες σε δυόμισι μέρες δεν είναι και λίγες, ε (κι όμως, είναι! Σε σχέση, τουλάχιστον, με όσες θα ήθελα να έχω δει);
.
Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη που δε συνοδεύτηκε από ατέλειωτες περιπλανήσεις (ημερήσιες ή νυχτερινές) - αλλά καθόλου δε με πείραξε. Βέβαια, τά 'φαγα τα τρίγωνά μου και τα εκμέκ καταΐφια μου (με καϊμάκι πάντα!), έκανα και τη μικρή βολτίτσα μου!
.
Συνειδητοποίησα και κάποια πράγματα, που δεν είναι της παρούσης. Ελπίζω, όμως, να γίνουν του μέλλοντος - και δη του άμεσου!
.
Όπως και νά 'χει, αυτή η φθινοπωρινή επίσκεψη στη νύμφη του Θερμαϊκού ήταν ένα μαγευτικό κινηματογραφικό ταξίδι, που πέρασε από μπροστά μου σαν ταινία κι έφυγε...
Η συνέχεια επί της οθόνης (αλλά και πέριξ αυτής)!
.
Υ.Γ.: Ρε συ, πάλι δεν είδα τις καλύτερες ταινίες;;;

Ακολουθεί επιλεκτικό φωτορεπορτάζ:

Η Προβλήτα Α' του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ή η "καρδιά" του Φεστιβάλ.

Το μνημείο του αγνώστου κινηματογραφιστού (θα μπορούσε και νά 'ταν).

Το Κέντρο Τύπου, όπου σύχναζαν διάφοροι... τύποι, κάθε καρυδιάς (καρύδια!)...


"Ολύμπιον": το "παλάτι" του Φεστιβάλ Κινηματογράφου


Από δεξιά:

Γιώργος Χωραφάς, πρόεδρος του Φεστιβάλ (συμπαθής, αλλά λίγος).

Μιχάλης Λιάπης, υπουργός Πολιτισμού (εκτός τόπου, χρόνου ΚΑΙ πολιτισμού)

Χρήστος Ζαχόπουλος, γ.γ. υπουργείου Πολιτισμού (ουδέν σχόλιον)


Όσες φορές κι αν πάω στη Θεσσαλονίκη, το Λευκό Πύργο θα τον φωτογραφίσω, ο κόσμος να χαλάσει! Χαζοτουρίστας, τι περιμένετε;

.

Το χθες και το σήμερα αρμονικά (;) παρατεταγμένα στη λεωφόρο Νίκης

Τσιμπάει; Μπαααα...


Είναι τρελλλλοί αυτοί οι Σαλλλλονικιοί!
,

Φωτογραφίες: Εν πλω Urban Studio

* Ο τίτλος του ποστ αποτελεί παραλλαγή του τίτλου της ταινίας έναρξης του φετινού Φεστιβάλ.